Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fully grown
01
ενήλικος
(of animals) fully developed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fully grown
συγκριτικός βαθμός
more fully grown
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ενήλικος