fully grown
fu
ˈfʊ
foo
lly
li
li
grown
grəʊn
grewn

Ορισμός και σημασία του "fully grown"στα αγγλικά

fully grown
01

ενήλικος

(of animals) fully developed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fully grown
συγκριτικός βαθμός
more fully grown
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store