fullback
full
ˈfʊl
φουλ
back
bæk
μπαικ
pullback

Ορισμός και σημασία του "fullback"στα αγγλικά

01

φουλμπακ, αμυντικός

(American football) a player who primarily blocks for the ball carrier and occasionally runs with the ball or catches passes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fullbacks
Παραδείγματα
The fullback led the way with a key block that sprung the running back for a touchdown. 

Ο fullback άνοιξε το δρόμο με ένα κρίσιμο μπλοκ που έδωσε στον running back την ευκαιρία για touchdown.

02

φουλμπακ, επιθετική θέση στο backfield

(American football) an offensive position in the backfield 
to fullback
01

παίζω ως αμυντικός, αναλαμβάνω το ρόλο του αμυντικού

play the fullback 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fullback
γ΄ ενικό πρόσωπο
fullbacks
ενεστώτα μετοχή
fullbacking
απλός αόριστος
fullbacked
παθητική μετοχή
fullbacked

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fullback

full

+

back

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store