Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Full stop
01
τελεία, τελική τελεία
a punctuation mark (.) used to indicate the end of a declarative sentence or placed after abbreviations to signal a pause or conclusion
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
full stops
Παραδείγματα
Every sentence in the paragraph ended with a full stop.
Κάθε πρόταση στην παράγραφο τελείωνε με τελεία.



























