fuel
fuel
fju:əl
fyooēl

Ορισμός και σημασία του "fuel"στα αγγλικά

01

καύσιμο, καυσίμη

any substance that can produce energy or heat when burned 
fuel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Wood is a common fuel for campfires. 

Το ξύλο είναι ένα κοινό καύσιμο για τις φωτιές κατασκήνωσης.

to fuel
01

εφοδιάζω με καύσιμα, τροφοδοτώ

to provide energy or power for a vehicle, etc. 
to fuel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fuel
γ΄ ενικό πρόσωπο
fuels
ενεστώτα μετοχή
fueling
απλός αόριστος
fueled
παθητική μετοχή
fueled
Παραδείγματα
He fueled the car by adding gasoline at the gas station. 

Ανεφοδίασε το αυτοκίνητο προσθέτοντας βενζίνη στο βενζινάδικο.

02

τροφοδοτώ, ενθαρρύνω

to provide the energy or inspiration needed to drive or enhance a specific activity or process 
Παραδείγματα
The coach's speech fueled the team's determination to win. 

Η ομιλία του προπονητή τροφοδότησε την αποφασιστικότητα της ομάδας για νίκη.

03

τροφοδοτώ, προμηθεύω με καύσιμα

to add material to a fire to make it burn more intensely 
Παραδείγματα
The campers fueled the bonfire with dry logs. 

Οι κάμπερς τροφοδότησαν τη φωτιά με ξερά κούτσουρα.

04

εφοδιάζω με καύσιμα, γεμίζω καύσιμα

to take on fuel, typically referring to a ship or aircraft 
Παραδείγματα
The ship docked to fuel before continuing its journey. 

Το πλοίο αγκυροβόλησε για ανεφοδιασμό πριν συνεχίσει το ταξίδι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store