fuckhead
fuck
ˈfʌk
fak
head
hɛd
hed
fuckload

Ορισμός και σημασία του "fuckhead"στα αγγλικά

01

μαλάκας, ηλίθιος

a despicable, stupid, or thoroughly unpleasant person 
fuckhead definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fuckheads
Παραδείγματα
Some fuckhead keyed my car just for parking in front of his house. 

Κάποιος ηλίθιος έγραψε το αυτοκίνητό μου μόνο και μόνο επειδή πάρκαρα μπροστά από το σπίτι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store