angiotensin
Pronunciation
/ˌænˌdʒioʊˈtɛnsɪn/

Ορισμός και σημασία του "angiotensin"στα αγγλικά

01

αγγειοτενσίνη, πεπτιδική ορμόνη που συστέλλει τα αιμοφόρα αγγεία και διεγείρει την απελευθέρωση αλδοστερόνης

a peptide hormone that constricts blood vessels and stimulates the release of aldosterone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store