Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fry
γ΄ ενικό πρόσωπο
fries
ενεστώτα μετοχή
frying
απλός αόριστος
fried
παθητική μετοχή
fried
Παραδείγματα
He decided to fry the shrimp for the pasta dish.
Αποφάσισε να τηγανίσει τις γαρίδες για το πιάτο ζυμαρικών.
02
τηγανίζω, ψήνω
(of food) to be cooked in hot oil or fat
Intransitive
Παραδείγματα
Once the oil is hot enough, the fries will begin to fry.
Μόλις το λάδι είναι αρκετά ζεστό, οι πατάτες θα αρχίσουν να τηγανίζονται.
03
τηγανίζω, ψήνω
to become excessively hot, often causing discomfort or injury
Intransitive
Παραδείγματα
She was so exposed to the sun that she felt like she was frying under its intense heat.
Ήταν τόσο εκτεθειμένη στον ήλιο που ένιωθε σαν να τηγανίζεται κάτω από την έντονη ζέστη του.
04
εκτελώ με ηλεκτροπληξία, τηγανίζω
to carry out an execution by electrocution
Transitive: to fry a convict
Παραδείγματα
Some states still use electrocution to fry criminals, though it is becoming less common.
Ορισμένες πολιτείες χρησιμοποιούν ακόμη ηλεκτροπληξία για να τηγανίσουν εγκληματίες, αν και γίνεται λιγότερο συνηθισμένο.
Fry
01
παιδί, νεαρός
a young person, typically a child or teenager, of any gender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fries
Παραδείγματα
The park was filled with fry playing games and laughing together.
Το πάρκο ήταν γεμάτο νέους που έπαιζαν παιχνίδια και γελούσαν μαζί.
02
γόνος, νύμφη
a very young fish, especially one that has recently hatched
Παραδείγματα
The pond was full of tiny trout fry in early spring.
Η λίμνη ήταν γεμάτη με μικροσκοπικά γόνατα πέστροφας στις αρχές της άνοιξης.
Λεξικό Δέντρο
fried
frier
fryer
fry



























