Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frontal sinus
01
μετωπιαίο κόλπο, κοιλότητα μετώπου
a hollow space within the frontal bone of the skull that is filled with air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
frontal sinuses
LanGeek



























