frock
frock
frɑk
φρακ
/fɹˈɒk/

Ορισμός και σημασία του "frock"στα αγγλικά

01

φόρεμα, φροκ

a woman's dress with a fitted bodice and a full skirt that falls loosely over the hips
frock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frocks
02

ένα ράσο, μία ρόμπα κληρικού

a habit worn by clerics
03

φόρεμα, τουνίκα

a long, loose outer garment
to frock
01

φορώ φόρεμα, βάζω φόρεμα

put a frock on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frock
γ΄ ενικό πρόσωπο
frocks
ενεστώτα μετοχή
frocking
απλός αόριστος
frocked
παθητική μετοχή
frocked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store