Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frock
01
φόρεμα, φροκ
a woman's dress with a fitted bodice and a full skirt that falls loosely over the hips
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frocks
02
ένα ράσο, μία ρόμπα κληρικού
a habit worn by clerics
03
φόρεμα, τουνίκα
a long, loose outer garment
to frock
01
φορώ φόρεμα, βάζω φόρεμα
put a frock on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frock
γ΄ ενικό πρόσωπο
frocks
ενεστώτα μετοχή
frocking
απλός αόριστος
frocked
παθητική μετοχή
frocked



























