frizzly
frizz
ˈfrɪz
φριζ
ly
li
λι
frizzy

Ορισμός και σημασία του "frizzly"στα αγγλικά

01

κατσαρά, σγουρά

having small, tight curls or a wiry, rough texture, often used to describe hair 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
frizzliest
συγκριτικός βαθμός
frizzlier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hair, texture, appearance
Παραδείγματα
Her frizzly hair stood out in the humid weather, refusing to be tamed. 

Τα σγουρά της μαλλιά ξεχώριζαν στον υγρό καιρό, αρνούμενα να δαμαστούν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store