Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frizzle
01
σγουραίνω, κάνω μπούκλες
to form or shape small, tight curls
Παραδείγματα
He applied a gel that made his short strands frizzle, creating a textured look.
Εφάρμοσε ένα τζελ που έκανε τις μικρές του τρίχες να σγουρύνουν, δημιουργώντας μια υφή στην εμφάνιση.
02
τηγανίζω μέχρι να γίνει κατσαρό και τραγανό, τηγανίζω μέχρι να σγουρύνει
to fry something to the point it becomes curly and crisp
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frizzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
frizzles
ενεστώτα μετοχή
frizzling
απλός αόριστος
frizzled
παθητική μετοχή
frizzled
Παραδείγματα
The key to the dish 's unique texture is to frizzle the onions until they're just right.
Το κλειδί για τη μοναδική υφή του πιάτου είναι να τηγανίσετε τα κρεμμύδια μέχρι να είναι τέλεια.



























