fricative
fri
ˈfrɪ
φρι
ca
κα
tive
ˌtɪv
τιβ
/fɹˈɪkətˌɪv/

Ορισμός και σημασία του "fricative"στα αγγλικά

01

τριβόμενο, τριβόμενο σύμφωνο

(phonetics) a consonant that is sounded with the vocal tract half-open, allowing the air to pass through
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fricatives
01

τριβόμενος, τριβής

(phonetics) connected with a consonant that is produced while the vocal tract is partly open
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store