aneurysm
a
ˈæ
αι
neu
njʊə
νγουε
rys
ˌrɪz
ριζ
m
μα
aneurism
aneurism

Ορισμός και σημασία του "aneurysm"στα αγγλικά

01

ανεύρυσμα, διόγκωση του τοιχώματος της αρτηρίας

a bulge or ballooning in the wall of an artery, often caused by a weakened vessel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aneurysms
Παραδείγματα
The doctor discovered an aneurysm during a routine medical check-up. 

Ο γιατρός ανακάλυψε ένα ανεύρυσμα κατά τη διάρκεια μιας ρουτίνας ιατρικού ελέγχου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aneurysmal
aneurysmatic
aneurysm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store