Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
French door
01
γαλλική πόρτα, πορτίνα
a pair of glass doors, particularly ones that open to a garden or balcony
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
French doors



























