Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Freehold
01
πλήρης κυριότητα, απόλυτη ιδιοκτησία
the legal right to own a property such as a piece of land or a building for an unlimited time
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freeholds
02
πλήρης κυριότητα, ελεύθερη κυριότητα
an estate held in fee simple or for life
freehold
01
πλήρης ιδιοκτησία, ιδιοκτησία χωρίς χρονικό όριο
(of a property) owned for an unlimited period of time
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
freehold
01
σε πλήρη ιδιοκτησία, ως ιδιοκτήτης
*** with the right to own a building or piece of land for a period of time that is not limited
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
Λεξικό Δέντρο
freehold
free
hold



























