freehold
Pronunciation
/ˈfɹiˌhoʊɫd/

Ορισμός και σημασία του "freehold"στα αγγλικά

01

πλήρης κυριότητα, απόλυτη ιδιοκτησία

the legal right to own a property such as a piece of land or a building for an unlimited time
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freeholds
02

πλήρης κυριότητα, ελεύθερη κυριότητα

an estate held in fee simple or for life
01

πλήρης ιδιοκτησία, ιδιοκτησία χωρίς χρονικό όριο

(of a property) owned for an unlimited period of time
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
01

σε πλήρη ιδιοκτησία, ως ιδιοκτήτης

*** with the right to own a building or piece of land for a period of time that is not limited
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store