Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
free-spoken
01
ειλικρινής, χωρίς επιφύλαξη
having a tendency to speak openly and without reservation
Παραδείγματα
The free-spoken leader was admired for his honesty, even when it was controversial.
Ο ειλικρινής ηγέτης θαυμαζόταν για την ειλικρίνειά του, ακόμα και όταν αυτή ήταν αμφιλεγόμενη.



























