freak out
Pronunciation
/fɹˈiːk ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "freak out"στα αγγλικά

01

μια άγρια παραίσθηση, μια παραισθησιογόνος παραζάλη

a wild delusion (especially one induced by a hallucinogenic drug)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freak outs
to freak out
01

πανικοβάλλομαι, τρελαίνομαι

to become extremely upset, agitated, or overwhelmed by fear, anxiety, or excitement
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
freak
ενεστώτας
freak out
γ΄ ενικό πρόσωπο
freaks out
ενεστώτα μετοχή
freaking out
απλός αόριστος
freaked out
παθητική μετοχή
freaked out
Παραδείγματα
I freaked out when I realized I had forgotten about the important meeting.
Πανικοβλήθηκα όταν συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει τη σημαντική συνάντηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store