Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fraudulence
01
απάτη, εξαπάτηση
the deliberate act of deception performed through false representations for personal gain or harm to others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company was accused of fraudulence in allegedly falsifying safety inspection records.
Η εταιρεία κατηγορήθηκε για απάτη για την υποτιθέμενη παραποίηση των εγγράφων επιθεώρησης ασφαλείας.
02
απάτη
the quality of being fraudulent
03
απάτη, εξαπάτηση
a fraudulent or duplicitous representation
Λεξικό Δέντρο
fraudulence
fraudul



























