Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fraternity
01
αδελφότητα, επιμελητήριο
a group of people who have the same profession
Παραδείγματα
The fraternity of musicians collaborated on projects and performed together at local venues.
Η αδελφότητα των μουσικών συνεργάστηκε σε έργα και ερμήνευσε μαζί σε τοπικούς χώρους.
02
αδελφότητα, φοιτητική αδελφότητα
a social club for male students in a university or college, especially in the US and Canada
Παραδείγματα
He formed lifelong friendships through his involvement in the fraternity during his college years.
Δημιούργησε φιλίες για μια ζωή μέσω της συμμετοχής του στην αδελφότητα κατά τα φοιτητικά του χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
fraternity
fratern



























