Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fraternity
01
αδελφότητα, επιμελητήριο
a group of people who have the same profession
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fraternities
Παραδείγματα
The fraternity of artists gathered every month to critique each other's work and share new techniques.
Η αδελφότητα των καλλιτεχνών συγκεντρωνόταν κάθε μήνα για να κριτικάρει τα έργα του άλλου και να μοιράζεται νέες τεχνικές.
02
αδελφότητα, φοιτητική αδελφότητα
a social club for male students in a university or college, especially in the US and Canada
Παραδείγματα
He pledged to join a fraternity during his freshman year at university.
Υποσχέθηκε να γίνει μέλος μιας αδελφότητας κατά το πρώτο του έτος στο πανεπιστήμιο.
03
αδελφοσύνη, ενότητα
a feeling of friendship, unity, and mutual support among people
Παραδείγματα
The disaster brought a sense of fraternity to the entire town.
Λεξικό Δέντρο
fraternity
fratern



























