Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anemia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anemias
Παραδείγματα
The patient was diagnosed with anemia after blood tests.
Ο ασθενής διαγνώστηκε με αναιμία μετά από εξετάσεις αίματος.
02
έλλειψη ενέργειας, αδυναμία
a lack of energy or strength
Παραδείγματα
His efforts at the meeting were weak and full of anemia.
Οι προσπάθειές του στη συνάντηση ήταν αδύναμες και γεμάτες αναιμία.
LanGeek



























