anecdote
Pronunciation
/ˈænəkˌdoʊt/

Ορισμός και σημασία του "anecdote"στα αγγλικά

01

ανέκδοτο, σύντομη ιστορία

a short interesting story about a real event or person, often biographical
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anecdotes
Παραδείγματα
The book included several anecdotes from the author ’s travels around the world.
Το βιβλίο περιλάμβανε πολλές ανέκδοτες ιστορίες από τα ταξίδια του συγγραφέα σε όλο τον κόσμο.

Λεξικό Δέντρο

anecdotal
anecdotic
anecdotist
anecdote
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store