Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fox
01
αλεπού, αλώπηξ
a small to medium-sized carnivorous mammal with a pointed muzzle and bushy tail, often have reddish-brown fur and are known for being clever and adaptable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foxes
Παραδείγματα
Jane read a storybook about a curious fox and its adventures.
Η Τζέιν διάβασε ένα βιβλίο ιστοριών για μια περίεργη αλεπού και τις περιπέτειές της.
1.1
γούνα αλεπούς, ασημένια αλεπού
the soft grey or reddish brown fur of a fox, used for clothing or decoration
Παραδείγματα
She wore a coat trimmed with silver fox.
Φορούσε ένα παλτό διακοσμημένο με ασημένια αλεπού.
02
αλεπού, όμορφη νεαρή
a good-looking young person, especially a woman
Παραδείγματα
She's a real fox in that red dress.
Είναι μια πραγματική αλεπού σε εκείνο το κόκκινο φόρεμα.
03
αλεπού, πονηρός
a sly or deceitful person who uses cunning to achieve their aims
Παραδείγματα
The sly old fox tricked them into signing the deal.
Το πονηρό παλιό αλεπού τους ξεγέλασε να υπογράψουν τη συμφωνία.
to fox
01
κηλιδώνω, ξεθωριάζω
to become discolored with spots, as from mildew or age
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fox
γ΄ ενικό πρόσωπο
foxes
ενεστώτα μετοχή
foxing
απλός αόριστος
foxed
παθητική μετοχή
foxed
Παραδείγματα
The old book had begun to fox after years in storage.
Το παλιό βιβλίο είχε αρχίσει να κηλίδωνεται μετά από χρόνια αποθήκευσης.
02
μπερδεύω, σαστίζω
to confuse or perplex someone
Transitive: to fox sb
Παραδείγματα
The last question on the test completely foxed me.
Η τελευταία ερώτηση στο τεστ με μπέρδεψε εντελώς.
03
εξαπατώ, κοροϊδεύω
to deceive or trick someone
Transitive: to fox sb
Παραδείγματα
The con artist foxed several people out of their money.
Ο απατεώνας εξαπάτησε αρκετούς ανθρώπους για να πάρει τα χρήματά τους.
Λεξικό Δέντρο
foxy
fox



























