Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foul up
01
χαλώ, κάνω λάθος
to make a mistake
Transitive: to foul up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
foul
ενεστώτας
foul up
γ΄ ενικό πρόσωπο
fouls up
ενεστώτα μετοχή
fouling up
απλός αόριστος
fouled up
παθητική μετοχή
fouled up
Παραδείγματα
I accidentally fouled up the schedule, causing delays in the project.
Εκούσια κατέστρεψα το πρόγραμμα, προκαλώντας καθυστερήσεις στο έργο.



























