fort
fort
fɔ:t
fawt
wartsorttortport

Ορισμός και σημασία του "fort"στα αγγλικά

01

οχυρό

a strong building or area where soldiers stay to defend against enemies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forts
Παραδείγματα
The soldiers defended the fort against enemy attacks. 

Οι στρατιώτες υπερασπίστηκαν το οχυρό από τις επιθέσεις του εχθρού.

02

οχυρό, φρούριο

a building or group of buildings used by troops to protect an area 
Παραδείγματα
The soldiers stationed at the fort defended the strategic hilltop from enemy attacks. 

Οι στρατιώτες που ήταν σταθμευμένοι στο οχυρό υπεράσπισαν την στρατηγική κορυφή από εχθρικές επιθέσεις.

to fort
01

οχυρώνω, τοποθετώ φρουρά

to place or station soldiers in a fort for defense or strategic purposes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fort
γ΄ ενικό πρόσωπο
forts
ενεστώτα μετοχή
forting
απλός αόριστος
forted
παθητική μετοχή
forted
Παραδείγματα
The general forted his troops along the border. 

Ο στρατηγός ενίσχυσε τα στρατεύματά του κατά μήκος των συνόρων.

02

οχυρώνω, περικυκλώνω με οχυρώσεις

to enclose an area with fortifications or protective structures 
Παραδείγματα
Engineers forted the perimeter against attack. 

Οι μηχανικοί οχύρωσαν την περίμετρο ενάντια στην επίθεση.

03

καταφεύγω σε φρούριο, αναζητώ καταφύγιο σε οχυρωμένο μέρος

to take shelter or seek refuge in a fort or fortified place 
Παραδείγματα
Families forted in the stronghold during the storm. 

Οι οικογένειες προφυλάχθηκαν στο οχυρό κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store