Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fort
01
οχυρό
a strong building or area where soldiers stay to defend against enemies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forts
Παραδείγματα
The fort was strategically positioned to guard the coastline.
Το οχυρό ήταν στρατηγικά τοποθετημένο για να φυλάσσει την ακτή.
to fort
01
οχυρώνω, τοποθετώ φρουρά
to place or station soldiers in a fort for defense or strategic purposes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fort
γ΄ ενικό πρόσωπο
forts
ενεστώτα μετοχή
forting
απλός αόριστος
forted
παθητική μετοχή
forted
Παραδείγματα
Troops were forted at the castle gates.
Τα στρατεύματα ήταν οχυρωμένα στις πύλες του κάστρου.
02
οχυρώνω, περικυκλώνω με οχυρώσεις
to enclose an area with fortifications or protective structures
Παραδείγματα
Soldiers forted the fortress to resist invaders.
Οι στρατιώτες οχύρωσαν το φρούριο για να αντισταθούν στους εισβολείς.
03
καταφεύγω σε φρούριο, αναζητώ καταφύγιο σε οχυρωμένο μέρος
to take shelter or seek refuge in a fort or fortified place
Παραδείγματα
Citizens forted in the keep to avoid the enemy.
Οι πολίτες προφυλάχθηκαν στον πύργο για να αποφύγουν τον εχθρό.
Λεξικό Δέντρο
fortify
fort



























