to forsake
Pronunciation
/fɔɹˈseɪk/

Ορισμός και σημασία του "forsake"στα αγγλικά

to forsake
01

εγκαταλείπω, παρατώ

to abandon or desert someone, typically in a time of need or difficulty
to forsake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forsake
γ΄ ενικό πρόσωπο
forsakes
ενεστώτα μετοχή
forsaking
απλός αόριστος
forsook
παθητική μετοχή
forsaken
Παραδείγματα
Over the years, they have forsaken countless allies, betraying their trust for their own selfish motives.
Με τα χρόνια, έχουν εγκαταλείψει αμέτρητους συμμάχους, προδίδοντας την εμπιστοσύνη τους για τους δικούς τους εγωιστικούς σκοπούς.

Λεξικό Δέντρο

forsaking
forsake
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store