to forsake
for
sake
ˈseɪk
seik
mistakepartakeunmakeopaque

Ορισμός και σημασία του "forsake"στα αγγλικά

to forsake
01

εγκαταλείπω, παρατώ

to abandon or desert someone, typically in a time of need or difficulty 
to forsake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forsake
γ΄ ενικό πρόσωπο
forsakes
ενεστώτα μετοχή
forsaking
απλός αόριστος
forsook
παθητική μετοχή
forsaken
Παραδείγματα
She forsakes her loyal companion, leaving him stranded in the wilderness. 

Εγκαταλείπει τον πιστό της σύντροφο, αφήνοντάς τον παγιδευμένο στην άγρια φύση.

Λεξικό Δέντρο

forsaking
forsake
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store