Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forsake
01
εγκαταλείπω, παρατώ
to abandon or desert someone, typically in a time of need or difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forsake
γ΄ ενικό πρόσωπο
forsakes
ενεστώτα μετοχή
forsaking
απλός αόριστος
forsook
παθητική μετοχή
forsaken
Παραδείγματα
She forsakes her loyal companion, leaving him stranded in the wilderness.
Εγκαταλείπει τον πιστό της σύντροφο, αφήνοντάς τον παγιδευμένο στην άγρια φύση.
Λεξικό Δέντρο
forsaking
forsake



























