Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formed
01
διαμορφωμένος, πλασμένος
having or given a form or shape
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most formed
συγκριτικός βαθμός
more formed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
shape, structure, appearance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
deformed
informed
reformed
formed
form



























