formed
Pronunciation
/ˈfɔɹmd/

Ορισμός και σημασία του "formed"στα αγγλικά

01

διαμορφωμένος, πλασμένος

having or given a form or shape
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most formed
συγκριτικός βαθμός
more formed
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

deformed
informed
reformed
formed
form
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store