forgiving
for
gi
ˈgɪ
gi
ving
vɪng
ving
forgoingforging

Ορισμός και σημασία του "forgiving"στα αγγλικά

01

συγχωρητικός, επιεικής

able to excuse people's faults, mistakes, or offenses 
forgiving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forgiving
συγκριτικός βαθμός
more forgiving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's forgiving, choosing to let go of grievances and extend kindness to those who have wronged her. 

Είναι συγχωρητική, επιλέγοντας να αφήσει πίσω τα παράπονα και να δείξει καλοσύνη σε εκείνους που την έχουν αδικήσει.

02

συγχωρητικός, επιεικής

providing absolution 

Λεξικό Δέντρο

forgivingly
forgivingness
unforgiving
forgiving
forgive
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store