Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forgiving
01
συγχωρητικός, επιεικής
able to excuse people's faults, mistakes, or offenses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forgiving
συγκριτικός βαθμός
more forgiving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's forgiving, choosing to let go of grievances and extend kindness to those who have wronged her.
Είναι συγχωρητική, επιλέγοντας να αφήσει πίσω τα παράπονα και να δείξει καλοσύνη σε εκείνους που την έχουν αδικήσει.
02
συγχωρητικός, επιεικής
providing absolution
Λεξικό Δέντρο
forgivingly
forgivingness
unforgiving
forgiving
forgive



























