forgiving
Pronunciation
/fɝˈɡɪvɪŋ/, /fɔɹˈɡɪvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "forgiving"στα αγγλικά

01

συγχωρητικός, επιεικής

able to excuse people's faults, mistakes, or offenses
forgiving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forgiving
συγκριτικός βαθμός
more forgiving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The forgiving leader understands that everyone makes mistakes and offers guidance and support instead of punishment.
Ο συγχωρητικός ηγέτης καταλαβαίνει ότι όλοι κάνουν λάθη και προσφέρει καθοδήγηση και υποστήριξη αντί για τιμωρία.
02

συγχωρητικός, επιεικής

providing absolution

Λεξικό Δέντρο

forgivingly
forgivingness
unforgiving
forgiving
forgive
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store