Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forget
01
ξεχνώ, δεν θυμάμαι
to not be able to remember something or someone from the past
Transitive: to forget a memory or piece of information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
forget
γ΄ ενικό πρόσωπο
forgets
ενεστώτα μετοχή
forgetting
απλός αόριστος
forgot
παθητική μετοχή
forgotten
Παραδείγματα
It's easy to forget passwords, so it's essential to use a secure system.
Είναι εύκολο να ξεχάσεις κωδικούς πρόσβασης, οπότε είναι απαραίτητο να χρησιμοποιείς ένα ασφαλές σύστημα.
02
ξεχνώ, διαγράφω από τη μνήμη
to stop thinking about or recalling something
Transitive: to forget an experience
Παραδείγματα
She decided to forget the painful memories and move on with her life.
Αποφάσισε να ξεχάσει τις οδυνηρές αναμνήσεις και να προχωρήσει με τη ζωή της.
03
ξεχνώ, παραμελώ
to fail to remember or neglect to do something that was planned, necessary, or expected
Transitive: to forget to do sth
Παραδείγματα
She forgot to turn off the lights before leaving the house.
Ξέχασε να σβήσει τα φώτα πριν φύγει από το σπίτι.
04
ξεχνώ, αφήνω
to leave something behind unintentionally
Transitive: to forget sth
Παραδείγματα
She forgot her umbrella at the café when she left in a hurry.
Ξέχασε την ομπρέλα της στο καφέ όταν έφυγε βιαστικά.
Λεξικό Δέντρο
forgetful
forgettable
forget



























