Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forest
01
δάσος
a vast area of land that is covered with trees and shrubs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forests
Παραδείγματα
We went for a walk in the forest, surrounded by tall trees and chirping birds.
Πήγαμε για μια βόλτα στο δάσος, περιτριγυρισμένοι από ψηλά δέντρα και τιτιβισμό πουλιών.
02
δάσος, δάση
the trees and other plants in a large densely wooded area
to forest
01
δασοποιώ, αναδασώνω
establish a forest on previously unforested land
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forest
γ΄ ενικό πρόσωπο
forests
ενεστώτα μετοχή
foresting
απλός αόριστος
forested
παθητική μετοχή
forested
Λεξικό Δέντρο
afforest
forestry
forest



























