forest
fo
ˈfɒ
fo
rest
rɪst
rist

Ορισμός και σημασία του "forest"στα αγγλικά

01

δάσος

a vast area of land that is covered with trees and shrubs 
forest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forests
Παραδείγματα
I love the fresh scent of pine trees in the forest. 

Λατρεύω τη φρέσκια μυρωδιά των πεύκων στο δάσος.

02

δάσος, δάση

the trees and other plants in a large densely wooded area 
to forest
01

δασοποιώ, αναδασώνω

establish a forest on previously unforested land 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forest
γ΄ ενικό πρόσωπο
forests
ενεστώτα μετοχή
foresting
απλός αόριστος
forested
παθητική μετοχή
forested
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store