Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foresee
01
προβλέπω, προαναγγέλλω
to know or predict something before it happens
Transitive: to foresee a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foresee
γ΄ ενικό πρόσωπο
foresees
ενεστώτα μετοχή
foreseeing
απλός αόριστος
foresaw
παθητική μετοχή
foreseen
Παραδείγματα
He foresaw a rise in demand for the product and stocked up.
Προέβλεψε μια αύξηση της ζήτησης για το προϊόν και αποθήκευσε.
Λεξικό Δέντρο
foreseeable
foresee
fore
see



























