Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foresee
01
προβλέπω, προαναγγέλλω
to know or predict something before it happens
Transitive: to foresee a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foresee
γ΄ ενικό πρόσωπο
foresees
ενεστώτα μετοχή
foreseeing
απλός αόριστος
foresaw
παθητική μετοχή
foreseen
Παραδείγματα
Despite all their planning, they didn't foresee the power outage during the event.
Παρά όλη τους την προετοιμασία, δεν πρόβλεψαν το πτώση της τροφοδοσίας κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.
Λεξικό Δέντρο
foreseeable
foresee
fore
see



























