Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forelock
01
φράντζα, μέρος της χαίτας που κρέμεται από το μέτωπο
the part of a horse's mane that grows from the poll and hangs down from the forehead
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
forelocks
02
φούντα, μαλλιά του μετώπου
a lock of hair that grows or hangs over the forehead, typically longer than the rest of the hair
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
forelock
fore
lock



























