forefront
Pronunciation
/ˈfɔɹˌfɹənt/

Ορισμός και σημασία του "forefront"στα αγγλικά

01

πρώτη γραμμή, αβανγκάρντ

the leading or most prominent position or place in a particular field, activity, or situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forefronts
02

πρώτη γραμμή, πρόσοψη

the part in the front or nearest the viewer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store