andante
an
ɑn
αν
dan
ˈdɑn
νταν
te
teɪ
τει
/ændˈɑːnte‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "andante"στα αγγλικά

01

αντάντε

a movement or composition intended to be played at a fairly slow tempo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
andantes
02

αντάντε

a moderately slow tempo (a walking pace)
01

μέτρια αργά

at a moderately slow tempo
γραμματικές πληροφορίες
01

αντάντε (μέτρια αργό)

(of tempo) moderately slow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store