force play
force
fɔ:s
φοσ
play
pleɪ
πλει

Ορισμός και σημασία του "force play"στα αγγλικά

01

αναγκαστικό παιχνίδι, αναγκαστική ενέργεια

(baseball) a situation where a defensive player forces a baserunner out by touching a base with the ball before the baserunner reaches that base 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
force plays
Παραδείγματα
The shortstop made a force play at second base to retire the lead runner. 

Ο σορτστόπ έκανε ένα αναγκαστικό παιχνίδι στη δεύτερη βάση για να αποσύρει τον πρώτο δρομέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store