foraging
fo
ˈfɒ
φο
ra
ρι
ging
ʤɪng
τζινγκ
forewingforgoingforging

Ορισμός και σημασία του "foraging"στα αγγλικά

01

αναζήτηση τροφής, θηρευτική συμπεριφορά

the act of searching or gathering food, resources, or provisions in the natural environment, typically done by animals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foragings
Παραδείγματα
The bear spent the morning foraging for berries in the forest. 

Η αρκούδα πέρασε το πρωί ψάχνοντας για μούρα στο δάσος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

foraging
forage
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store