foraging
Pronunciation
/ˈfɔɹɪdʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "foraging"στα αγγλικά

01

αναζήτηση τροφής, θηρευτική συμπεριφορά

the act of searching or gathering food, resources, or provisions in the natural environment, typically done by animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The documentary captured wolves foraging in the snowy wilderness.
Το ντοκιμαντέρ κατέγραψε λύκους που αναζητούσαν τροφή στη χιονισμένη άγρια φύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store