footstool
Pronunciation
/fˈʊtstuːl/

Ορισμός και σημασία του "footstool"στα αγγλικά

01

ποδοθήκη, σκαμνί

a low seat or a small stool used to elevate the feet while sitting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footstools
Παραδείγματα
I used the footstool to prop up my legs while watching the movie.
Χρησιμοποίησα το σκαμνάκι για να σηκώσω τα πόδια μου ενώ παρακολουθούσα την ταινία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store