Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Footstool
01
ποδοθήκη, σκαμνί
a low seat or a small stool used to elevate the feet while sitting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footstools
Παραδείγματα
She placed her feet on the footstool while reading her book in the living room.
Έβαλε τα πόδια της στο σκαμνάκι για τα πόδια ενώ διάβαζε το βιβλίο της στο σαλόνι.
Λεξικό Δέντρο
footstool
foot
stool



























