Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Footman
01
υπηρέτης, λακές
a male servant in a household, responsible for various duties such as serving meals, opening doors, and assisting the butler with household tasks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footmen
Παραδείγματα
The footman stood by the entrance, ready to open the door for arriving guests.
Ο υπηρέτης στεκόταν δίπλα στην είσοδο, έτοιμος να ανοίξει την πόρτα για τους επισκέπτες που έφταναν.



























