footman
foot
ˈfʊt
foot
man
mæn
mān

Ορισμός και σημασία του "footman"στα αγγλικά

01

υπηρέτης, λακές

a male servant in a household, responsible for various duties such as serving meals, opening doors, and assisting the butler with household tasks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
footmen
αρσενικό ενικό
footman
θηλυκό ενικό
maid
neutral form
servant
Παραδείγματα
The footman stood by the entrance, ready to open the door for arriving guests. 

Ο υπηρέτης στεκόταν δίπλα στην είσοδο, έτοιμος να ανοίξει την πόρτα για τους επισκέπτες που έφταναν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store