foothill
foot
ˈfʊt
foot
hill
hɪl
hil
footfallfootballfootwall

Ορισμός και σημασία του "foothill"στα αγγλικά

01

προβούντα, πρόποδες

a low hill at the base of a mountain or mountain range 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foothills
Παραδείγματα
The village is nestled in the foothills of the Rockies. 

Το χωριό είναι τοποθετημένο στα πρόποδα των Βραχωδών Ορέων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

foothill

foot

+

hill

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store