footbridge
foot
ˈfʊt
foot
bridge
brɪʤ
brij

Ορισμός και σημασία του "footbridge"στα αγγλικά

01

πεζογέφυρα, γέφυρα ποδηλάτων

a bridge designed for pedestrians and cyclists to cross over obstacles, providing a safe and separate pathway for non-motorized transportation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
footbridges

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

footbridge

foot

+

bridge

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store