foot soldier
foot
ˈfʊt
foot
sol
səʊl
sewl
dier
ʤə

Ορισμός και σημασία του "foot soldier"στα αγγλικά

01

πεζικάριος, στρατιώτης πεζικού

a soldier who fights on foot using small weapons 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foot soldiers
Παραδείγματα
The foot soldier marched with the battalion. 

Ο πεζικάριος βάδισαν με το τάγμα.

02

πεζικάριος, υφιστάμενος

an assistant subject to the authority or control of another 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store