Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fool around
01
παίζω, κάνω χαζομάρες
to engage in playful, silly, or time-wasting activities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
fool
ενεστώτας
fool around
γ΄ ενικό πρόσωπο
fools around
ενεστώτα μετοχή
fooling around
απλός αόριστος
fooled around
παθητική μετοχή
fooled around
Παραδείγματα
The kids love to fool around in the backyard, playing games and making up adventures.
Τα παιδιά λατρεύουν να παίζουν στην πίσω αυλή, παίζοντας παιχνίδια και δημιουργώντας περιπέτειες.
02
φλερτάρω, έχω περιπέτειες
to engage in a casual or sexual relationship outside a committed relationship
Παραδείγματα
After their breakup, he started fooling around with various people.
Μετά το χωρισμό τους, άρχισε να παίζει με διάφορα άτομα.



























