foodstuff
Pronunciation
/ˈfudˌstəf/

Ορισμός και σημασία του "foodstuff"στα αγγλικά

01

τροφές, εδώδιμα

(usually plural) consumer goods sold by a grocer
foodstuff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foodstuffs
02

τροφή, είδος διατροφής

any substance that can be used for consumption as food
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store