food court
food
fu:d
food
court
kɔ:t
kawt

Ορισμός και σημασία του "food court"στα αγγλικά

01

χώρος εστίασης, food court

an area in a public place such as a shopping mall, etc. where multiple small restaurants are located 
food court definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
food courts
Παραδείγματα
We decided to meet at the food court for lunch since it offered a variety of options. 

Αποφασίσαμε να συναντηθούμε στο food court για μεσημεριανό γεύμα αφού προσέφερε μια ποικιλία επιλογών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store