Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to follow up
[phrase form: follow]
01
παρακολουθώ, εξετάζω σε βάθος
to investigate further based on information or suggestions provided by someone
Transitive: to follow up on a piece of information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
follow
ενεστώτας
follow up
γ΄ ενικό πρόσωπο
follows up
ενεστώτα μετοχή
following up
απλός αόριστος
followed up
παθητική μετοχή
followed up
Παραδείγματα
The supervisor asked me to follow up on the progress of the project with the team.
Ο επόπτης μου ζήτησε να παρακολουθήσω την πρόοδο του έργου με την ομάδα.
02
παρακολουθώ, λαμβάνω περαιτέρω μέτρα
to continue or add to something one has already done by taking additional actions
Intransitive
Παραδείγματα
I need to follow up with the client to confirm their order details.
Πρέπει να παρακολουθήσω με τον πελάτη για να επιβεβαιώσω τις λεπτομέρειες της παραγγελίας του.



























