foe
foe
fəʊ
few
nohpoeJoerow

Ορισμός και σημασία του "foe"στα αγγλικά

01

εχθρός, αντίπαλος

a member of an opposing armed force 
foe definition and meaning
Παραδείγματα
Soldiers prepared to defend their position against the advancing foe. 

Οι στρατιώτες προετοιμάστηκαν να υπερασπιστούν τη θέση τους ενάντια στον προελαύνοντα εχθρό.

02

αντίπαλος, εχθρός

an individual opponent or adversary 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foes
Παραδείγματα
He considered his former colleague a lifelong foe. 

Θεωρούσε τον πρώην συνάδελφό του ως εχθρό για όλη τη ζωή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store