Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foal
01
πουλάρι, νεαρό άλογο
a young horse, especially one that is not older than one year
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foals
to foal
01
γεννώ ένα μουλάρι, καταγράφω ένα μουλάρι
to produce or to give birth to a young horse or pony
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foal
γ΄ ενικό πρόσωπο
foals
ενεστώτα μετοχή
foaling
απλός αόριστος
foaled
παθητική μετοχή
foaled



























