flying
flying
flaɪɪng
φλαιινγκ
/flˈa‍ɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "flying"στα αγγλικά

01

πτήση

an instance of traveling by air
flying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flyings
01

πετώντας, σε πτήση

moving rapidly or swiftly through the air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flying
συγκριτικός βαθμός
more flying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The flying debris from the explosion scattered in all directions.
Τα ιπτάμενα θραύσματα από την έκρηξη σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις.
02

γρήγορος, αστραπή

done quickly, rapidly, or briefly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store