Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flying
01
πτήση
an instance of traveling by air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flyings
flying
01
πετώντας, σε πτήση
moving rapidly or swiftly through the air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flying
συγκριτικός βαθμός
more flying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The flying debris from the explosion scattered in all directions.
Τα ιπτάμενα θραύσματα από την έκρηξη σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις.
02
γρήγορος, αστραπή
done quickly, rapidly, or briefly
Λεξικό Δέντρο
flying
fly



























