Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abomasum
01
αβόμασον, πραγματικό στομάχι
the fourth chamber of the stomach in ruminant animals, functioning as the true stomach where gastric juices aid in the breakdown of ingested food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abomasums



























