Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flutist
01
φλαουτίστας, αυλός
a person who plays the flute
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flutists
Λεξικό Δέντρο
flutist
flute
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φλαουτίστας, αυλός
Λεξικό Δέντρο