flute
flute
flut
floot
flukeflume

Ορισμός και σημασία του "flute"στα αγγλικά

01

φλάουτο, εγκάρσιο φλάουτο

a tube-like musical instrument that is played by blowing over a hole while covering and uncovering its other holes 
flute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flutes
Παραδείγματα
She played a beautiful melody on the flute during the orchestra's performance. 

Παίξει μια όμορφη μελωδία στο φλάουτο κατά τη διάρκεια της παράστασης της ορχήστρας.

02

φλάουτο, ποτήρι σαμπάνιας

a tall, narrow glassware typically used for serving sparkling wine or champagne 
flute definition and meaning
03

αυλάκι, ρυτίδα

a shallow vertical groove or channel that is typically found on the surface of a column or pilaster 
to flute
01

αυλακώνω, χαράσσω αυλακώσεις

form flutes in 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flute
γ΄ ενικό πρόσωπο
flutes
ενεστώτα μετοχή
fluting
απλός αόριστος
fluted
παθητική μετοχή
fluted

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flutist
flute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store